σιτεύω

σιτεύω
1. μετ. откармливать (скот);
2. αμετ. вылёживаться (о мясе)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "σιτεύω" в других словарях:

  • σιτεύω — σιτεύω, σίτεψα, σιτεμένος βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σιτεύω — ΝΜΑ [σῑτος] δίνω άφθονη τροφή σε πτηνό ή σε άλλο ζώο για να παχύνει (α. «κίχλην παρά Λουκούλλῳ σιτευομένην», Πλούτ. β. «πιαίνει λέγε μὴ σιτεύει οὐ γὰρ ῥητορικόν», Θωμ. Μάγ.) νεοελλ. (για κρέας) παραμένω ωμός για ένα χρονικό διάστημα ώσπου να… …   Dictionary of Greek

  • σιτεύω — σίτεψα, σιτεμένος, γίνομαι μαλακός, τρυφερός: Το κρέας πρέπει να μείνει λίγες ημέρες στο ψυγείο για να σιτέψει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρασιτεύω — παρασῑτεύω , παρά σιτεύω feed pres subj act 1st sg παρασῑτεύω , παρά σιτεύω feed pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεσιτευμένων — σεσῑτευμένων , σιτεύω feed perf part mp fem gen pl σεσῑτευμένων , σιτεύω feed perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεσιτεῦσθαι — σεσῑτεῦσθαι , σιτεύω feed perf inf mp σεσῑτεῦσθαι , σιτεύω feed perf inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτευθέντα — σῑτευθέντα , σιτεύω feed aor part pass neut nom/voc/acc pl σῑτευθέντα , σιτεύω feed aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτευομένων — σῑτευομένων , σιτεύω feed pres part mp fem gen pl σῑτευομένων , σιτεύω feed pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτεύει — σῑτεύει , σιτεύω feed pres ind mp 2nd sg σῑτεύει , σιτεύω feed pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτεύουσι — σῑτεύουσι , σιτεύω feed pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) σῑτεύουσι , σιτεύω feed pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσίτευον — ἐσί̱τευον , σιτεύω feed imperf ind act 3rd pl ἐσί̱τευον , σιτεύω feed imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»